θέοινος


θέοινος
θέοινος, ό (Α)
ο θεός τού οίνου, ο Διόνυσος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θε- (βλ. θεο-) + οίνος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θέοινος — god of wine masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεοίνου — θέοινος god of wine masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέοινε — θέοινος god of wine masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέοινον — θέοινος god of wine masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεο- — (AM θεο ) πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων τής ελληνικής που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνεται από το δεύτερο συνθετικό γίνεται από τον θεό (ή τους θεούς) ή για χάρη τού θεού ή έχει ως αντικείμενο τον θεό («θεόδμητος», «θεοσεβής», «θεόφρων»)… …   Dictionary of Greek

  • θεοίνιον — θεοίνιον, το (Α) [θέοινος] 1. το ιερό τού Διονύσου 2. στον πληθ. τά θεοίνια γιορτή προς τιμή τού Διονύσου στην Αττική …   Dictionary of Greek

  • οίνος — ο (ΑΜ οἶνος) 1. το οινοπνευματούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση τού γλεύκους τών νωπών σταφυλιών, το κρασί (α. οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου», ΠΔ β. «άκρατος οίνος» ανέρωτο κρασί γ. «ρητινίτης οίνος») 2. το ποτό που παράγεται από τη ζύμωση …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.